Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Λέξεις χωρίς λέξεις.. σκέψεις χωρίς σκέψεις.. σαν μέσα σε ένα αδιάφορο τίποτα..
Να…κάτι τέτοια πρωινά σαν κι αυτό που μέσα στο κέντρο μου η ανάγκη μου για σένα θεριεύει εκτοπίζοντας κάθε αίσθηση πραγματικότητας..
Να.. είναι που νομίζω πως είσαι εκεί ακόμη.. και αυτά τα τραγούδια που ρίχνουν την ομίχλη τους και αρχίζουν να μοιάζουν με soundtracks σε ερωτική ταινία που πρωταγωνιστούμε εμείς.
Είναι που … που… άστο…

Προσποιούμαι πως φεύγω από κάτι που δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ και μου φαίνεται αστείο.. λίγο αστείο, όχι πολύ..
Προσποιούμαι.. μα αφήνω σημειώματα εδώ κι εκεί.. «ξεχνάω» ρούχα στις γωνιές του σπιτιού σου.. κι ας στέκονται οι βαλίτσες στην είσοδο εδώ και μέρες..
Κάνω πως μαζεύω την πραμάτεια μου από μια καλοκαιρινή γιορτή που έκανε ν αρχίσει.. μα οι ξαφνικές καλοκαιρινές μπόρες τους κάνουν όλους να τρέχουν να κρυφτούν από την βροχή..
Και ξεμείναμε μερικοί -παρακμιακοί κλόουν μιας δανεισμένης χαράς με τις χρωματιστές γιρλάντες μας στα χέρια να κρέμονται βρεγμένες και τις πολύχρωμες βαφές να τρέχουν στα πρόσωπα μας- να κοιτάζουμε με προσμονή το σεληνιακό τοπίο, περιμένοντας μόνοι και ηρωικοί μέσα σ' ένα σκοτάδι που φωτίζεται απο τις σκέψεις μας, ελπίζοντας να δουν και οι άλλοι αυτό που βλέπουμε εμείς….το ουράνιο τόξο που ετοιμάζεται να βγει πίσω από τα μαύρα σύννεφα…

Προχθές το βράδυ ήρθα κοντά σου μέσα στην σιωπή του σπιτιού σου και σε κοιτούσα να κοιμάσαι..
Έκλεψα λίγο χρώμα από το ασημένιο φεγγάρι και στο έριξα στα βλέφαρα για να ονειρευτείς όμορφα φιλιά από ερωτευμένες νεράιδες.. δεν σου το είπα για να μην φοβηθείς, μα σε είδα να ξαπλώνεις στον καναπέ σου μπροστά στην τηλεόραση.. ήσουν λίγο μόνος και αδειασμένος από τις χάρτινες αγάπες που σ αφήσανε μισό..

Γέμισε το φεγγάρι και ήταν τεράστιο.. είχα καθίσει χαράματα στις σκάλες του σπιτιού μου για να το βλέπω.. καιρό είχα να δω τέτοιο φεγγάρι.. σε σκεφτόμουν και στο είπα, μα τα βουβά πάθη δεν μπορούν να βάλουν φωτιά .. μένουν έρημες σταγόνες βροχής πάνω στα χείλη που μένουν ακίνητα και σιωπηλά....

Οι φίλοι και Οι εραστές.. αυτοί δεν είναι σαν όλους τους άλλους.. Αυτοί απλώνουν τα χέρια και αγγίζουν.. είναι πικρές ματιές που χαϊδεύουν.. είναι ανάσες που καίνε.. είναι αλήθειες γυμνές που δεν μένουν μακριά… που δεν φοβούνται.. εσύ ούτε φίλος ,ούτε εραστής ήσουν.. εσύ ήσουν μόνο άνεμος..
κι εγώ? εγώ τι ήμουν?..
Ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτάκι γεμάτο από τις χειρόγραφες σκέψεις κάποιας γυναίκας που αφέθηκε χωρίς να το νοιάζει κ πολύ αν τσαλακωθεί λίγο ακόμη..