Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Αισθάνομαι πως κάνω κύκλους...

«Αισθάνομαι πως κάνω κύκλους. Εγώ, όχι η ζωή μου. Ας πούμε πως κατά κάποιο τρόπο προκαλώ την κυκλική ροή των πραγμάτων. Κάπως έτσι. Πως χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι και πάλι στο ίδιο σημείο, όχι όμως γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα, αλλά γιατί μάλλον εγώ τα έφερα έτσι. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται. Το γιατί δεν το ξέρω. Το ψάχνω όμως. Βγήκα στο δρόμο και ψάχνω. Και κάνει σκοτάδι εκεί έξω, κι είναι οι λάμπες λιγοστές. Και κάνει κι ανασφάλεια και φόβο κι άλλα πολλά. Και σε κάθε στροφή ξεφυτρώνει κι ένα ακόμη ερωτηματικό για να κάνει τον δρόμο ακόμη πιο δύσκολο. Δίχως χάρτες και πυξίδα, δίχως κανέναν για οδηγό. Ξέρω πως τον δρόμο αυτό μόνος μου πρέπει να τον περπατήσω, μόνος μου να βρω την άκρη. Για να βγω από τον κύκλο πρέπει πρώτα να μάθω. Ό,τι χρειάζεται να μάθω. Ό,τι είναι αυτό που με φέρνει πάντα πίσω στο ίδιο σημείο..»

Πολεμιστής του Φωτός του Paulo Coelho

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

Ν.Χριστιανόπουλος(1962)

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Ήταν τα δέντρα που σκέπαζαν με τα φύλλα τους τα ξεχασμένα μονοπάτια.. ήταν τα πουλιά που δεν τα ένοιαζε η μοναξιά των ανθρώπων, ήταν τα δάκρυα που γέμιζαν τα ποτάμια κ τα έκαναν χείμαρρους ορμητικούς που δεν στεκόταν ποτέ να ξαποστάσουν την πίκρα τους σε ήσυχες λιμνούλες...

Ήταν κι εκείνα τα αμέτρητα σκοτεινά μπαλκόνια μέσα στο σούρουπο της πόλης –πόρτες σε ένοχες ζωές- που έκαναν τους ανθρώπους να μοιάζουν σκιές που κρυφοκοιτάζουν την ζωή πίσω από βαριές κουρτίνες..
Κι έτσι εγώ, γίνομαι εγώ.. εσύ γίνεσαι εσύ και ξεχνάμε πώς εγώ κι εσύ να γίνουμε εμείς.. αντιστέκομαι..
Περπατώ.. περπατώ… αγγίζω με την άκρη των δαχτύλων μου πότε μεταξένια μαλακά υφάσματα, πότε κουρέλια γεμάτα ξέφτια που άνθρωποι ρίχνουν στο διάβα μου.. αντιστέκομαι..
Κάνω τις μουσικές κουβέρτα και σκεπάζω τους φόβους μου ..
Κάνω τις λέξεις βάλσαμο γλυκό και ποτίζω τον παιδεμό μου..
Κάνω τις μουσικές συνοδοιπόρους.. και τις λέξεις ταξίδι..
Στέκομαι σε άδεια προαύλια σχολείων και σε ερημωμένα πάρκα..
Δεν ψάχνω τίποτα.. μα περιμένω τα πάντα..
Μέσα από τα σκοτάδια της ψυχής μου να ξεπροβάλουν θαύματα και ήλιοι γεμάτοι φωτιά να μου δώσουν να νιώσω.. να νιώσω.. να νιώσω….

Πίσω από τα μάτια υπάρχουν ρωγμές και πίσω από τις σκέψεις οχυρά που φτιάχνουν οι άνθρωποι για να μπορούν να κρύβονται σε εμπόλεμες καταστάσεις..
Μα με σένα δεν λαχτάρησα πολέμους και ούτε σου ζήτησα κάτι που δεν μου πρόσφερες..
Δεν ονειρεύτηκα μέσα σε παραμύθια που δεν μου διηγήθηκες..
Δεν χόρεψα με τραγούδια που δεν μου τραγούδησες..δεν ήμουν μόνη .. σε έβλεπα καθαρά με την καρδιά μου.. ήσουν κι εσύ εκεί..
Οχι, δεν λαχτάρησα πολέμους.. σου παραδόθηκα νωρίς.. κράτησες από τα λάφυρα κάτι να με θυμάσαι?
Και που άπλωσα τα χέρια?.. μέσα στην ομίχλη τι να βρεις..
Και που σε φώναξα?.. η σιωπή σου μόνο μου ψιθύρισε.. δεν μου ψιθύρισε.. μου ούρλιαξε..
Δεν είχα δύναμή να της ουρλιάξω πίσω.. δεν ήθελα.. δεν θέλω... θέλω να σε αφήσω να φύγεις ήσυχα.. θέλω να σε αφήσω να φύγεις.. μα κάτι με κρατάει εδώ.. δες.. κάτι που μυρίζει σαν χώμα βρεγμένο.. κάτι που μοιάζει με αλήθεια γυμνή κρυμμένη μέσα στις χούφτες μου. Φοβάμαι να την αφήσω για να μην κοπώ.. και σε θέλω ακόμα, όπως θέλει το χώμα την βροχή..
Δεν έχω άλλα τραγούδια να σου χαρίσω.. σε κοίταζα που τα έπαιρνες στα χέρια σου και τα έσκιζες σαν να ήταν χάρτινες σαΐτες που αντί να βρουν την καρδιά σου, βρίσκανε το κενό.. Δεν ήξερες ότι μέσα τους έκλεινα όλα όσα δεν τολμούσα να σου πω?
Το ήξερες.. γι αυτό τα έσκιζες, για να μπορείς να με κοιτάς σαν ξένη.. για να έχεις το δικαίωμα να λες πως δεν υπήρξα ..
Κι όλες αυτές οι σκέψεις που μοιάζουν με θηλιές.. είναι μόνο δικές μου σκέψεις που παλεύουν στριμωχτά να ανοίξουν περάσματα διαφυγής μέσα από σκόρπιες επιθυμίες που μου καίνε το δέρμα..
Στείλε μου το γέλιο σου..
Έτσι.. για να χω κάτι από σένα να θυμάμαι..

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

στο πρώτο τσιγάρο..

Στ αποκαΐδια της θλίψης μου στέκομαι χαμογελώντας και σε κοιτώ πως γεννιέσαι μέσα στα μάτια μου, γεμάτος αίμα και ζωή με κραυγές δυνατές γεννιέσαι στο πρώτο φως της μέρας, παίρνεις την καθημερινή σου μορφή .. γυμνός και όμορφος, ανήσυχος και δυνατός μέσα στην βουή του κόσμου.. γεννιέσαι και πάλι όπως κάθε πρωί να θρέψεις με φροντίδα και επιμονή,την ανασφάλεια κ την προσμονή μου.. την ανάγκη, την δίψα.. την επιθυμία μου..
Θα σε κρατήσω κρυμμένο μακριά από τη λήθη που σαν κοράκι πεινασμένο πετάει κάνοντας κύκλους πάνω από την θύμηση σου.
Θα αντέξω το βλέμμα σου που δεν είναι εκεί να μου χαϊδεύει τον φόβο.
Θα αντέξω τα χείλη σου που δεν μου γεμίζουν με γλυκά ψέματα την μέρα..
Θα αντέξω την σκέψη σου που ανελέητα πετάει μακριά και ξαπλώνει σ άλλες αγκαλιές..
Θα αντέξω να μην αντέχω την ωμή παρουσία της απουσίας σου..
Έτσι κι αλλιώς… μια μέρα είναι θα περάσει.. ποιος ξέρει.. αύριο ίσως να μην γεννηθείς τόσο νωρίς....

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Τίποτα...

Να γράψω από το τίποτα μου είπε.. το τίποτα είναι μικρή αγαπημένη λέξη, γιατί εκεί μέσα υπάρχουν τα πάντα. Εκεί θρηνούν οι αλήθειες του και οι δικιές μου.. οι αλήθειες μας.
Καρδιές σε καραντίνα, γεμάτες από τίποτα..
Αγαπιόμαστε χωρίς να μας δένει τίποτα… ή αγαπιόμαστε με το τίποτα να μας δένει δυνατά..
Το τίποτα είναι γεμάτο σιωπή, μα η σιωπή είναι γεμάτη ήχους και μοσχοβολάει αρώματα..
Να γράψω από το τίποτα μου είπε.. κι εγώ κάθομαι με δυνατές μουσικές να κυλάνε μέσα μου, προσπαθώντας να παίξω με αυτήν την μικρή λεξούλα, να την ομορφύνω, να την στολίσω, να την ξεγυμνώσω, να την κατακτήσω, να την ξευτιλίσω, να την κάνω ίσα κι όμοια με την μοναξιά που θρονιάστηκε στα μάτια μου και με κοιτά δήθεν αδιάφορα..
Τίποτα μέσα σε βλέμματα γεμάτα αλήθειες…
Τίποτα μέσα σε στόματα που θέλουν να ουρλιάξουν..
Τίποτα μέσα στην βουή..
Τίποτα σε κορμιά που διψάνε για ηδονή..
Τίποτα σε λόγια που ειπώνονται μόνο για να πονέσουν..
Τίποτα δικό σου δεν έχω…
Δεν βρέχει.. μα δεν λέει να στεγνώσει ο κόσμος κι όλα πονάνε βουβά..
Που είναι ο ήλιος.. γαμώτο.. που είναι ο ήλιος …
Μέσα στα ποιήματα όλα πονάνε.. κι εγώ σκαλίζω μέσα στο ζεστό μου τίποτα να βρω την γωνιά που χω χάσει, να κουλουριαστώ.. και να μην ακούω.. να μην βλέπω… να μην με νοιάζει…
Μέσα στο τίποτα να σε περιμένω να έρθεις.. μέσα στο τίποτα να έρθεις να με βρεις.. κι εκεί, να κυλήσω μέσα στο δέρμα σου έτσι απαλά… σαν αίμα ζεστό,χωρίς να χρειάζεται να πούμε τίποτα, γιατί θα τα ξέρουμε ήδη όλα..

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

I was trying to daydream, but my mind kept wandering...
Λέξεις χωρίς λέξεις.. σκέψεις χωρίς σκέψεις.. σαν μέσα σε ένα αδιάφορο τίποτα..
Να…κάτι τέτοια πρωινά σαν κι αυτό που μέσα στο κέντρο μου η ανάγκη μου για σένα θεριεύει εκτοπίζοντας κάθε αίσθηση πραγματικότητας..
Να.. είναι που νομίζω πως είσαι εκεί ακόμη.. και αυτά τα τραγούδια που ρίχνουν την ομίχλη τους και αρχίζουν να μοιάζουν με soundtracks σε ερωτική ταινία που πρωταγωνιστούμε εμείς.
Είναι που … που… άστο…

Προσποιούμαι πως φεύγω από κάτι που δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ και μου φαίνεται αστείο.. λίγο αστείο, όχι πολύ..
Προσποιούμαι.. μα αφήνω σημειώματα εδώ κι εκεί.. «ξεχνάω» ρούχα στις γωνιές του σπιτιού σου.. κι ας στέκονται οι βαλίτσες στην είσοδο εδώ και μέρες..
Κάνω πως μαζεύω την πραμάτεια μου από μια καλοκαιρινή γιορτή που έκανε ν αρχίσει.. μα οι ξαφνικές καλοκαιρινές μπόρες τους κάνουν όλους να τρέχουν να κρυφτούν από την βροχή..
Και ξεμείναμε μερικοί -παρακμιακοί κλόουν μιας δανεισμένης χαράς με τις χρωματιστές γιρλάντες μας στα χέρια να κρέμονται βρεγμένες και τις πολύχρωμες βαφές να τρέχουν στα πρόσωπα μας- να κοιτάζουμε με προσμονή το σεληνιακό τοπίο, περιμένοντας μόνοι και ηρωικοί μέσα σ' ένα σκοτάδι που φωτίζεται απο τις σκέψεις μας, ελπίζοντας να δουν και οι άλλοι αυτό που βλέπουμε εμείς….το ουράνιο τόξο που ετοιμάζεται να βγει πίσω από τα μαύρα σύννεφα…

Προχθές το βράδυ ήρθα κοντά σου μέσα στην σιωπή του σπιτιού σου και σε κοιτούσα να κοιμάσαι..
Έκλεψα λίγο χρώμα από το ασημένιο φεγγάρι και στο έριξα στα βλέφαρα για να ονειρευτείς όμορφα φιλιά από ερωτευμένες νεράιδες.. δεν σου το είπα για να μην φοβηθείς, μα σε είδα να ξαπλώνεις στον καναπέ σου μπροστά στην τηλεόραση.. ήσουν λίγο μόνος και αδειασμένος από τις χάρτινες αγάπες που σ αφήσανε μισό..

Γέμισε το φεγγάρι και ήταν τεράστιο.. είχα καθίσει χαράματα στις σκάλες του σπιτιού μου για να το βλέπω.. καιρό είχα να δω τέτοιο φεγγάρι.. σε σκεφτόμουν και στο είπα, μα τα βουβά πάθη δεν μπορούν να βάλουν φωτιά .. μένουν έρημες σταγόνες βροχής πάνω στα χείλη που μένουν ακίνητα και σιωπηλά....

Οι φίλοι και Οι εραστές.. αυτοί δεν είναι σαν όλους τους άλλους.. Αυτοί απλώνουν τα χέρια και αγγίζουν.. είναι πικρές ματιές που χαϊδεύουν.. είναι ανάσες που καίνε.. είναι αλήθειες γυμνές που δεν μένουν μακριά… που δεν φοβούνται.. εσύ ούτε φίλος ,ούτε εραστής ήσουν.. εσύ ήσουν μόνο άνεμος..
κι εγώ? εγώ τι ήμουν?..
Ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτάκι γεμάτο από τις χειρόγραφες σκέψεις κάποιας γυναίκας που αφέθηκε χωρίς να το νοιάζει κ πολύ αν τσαλακωθεί λίγο ακόμη..