Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Αυτή η μοναξιά δεν είναι σαν τις άλλες.. αυτή έχει χρώμα κόκκινο βαθύ αιμάτινο, έχει φωνή, ψιθυρίζει μονότονα κ εκνευριστικά.

Αναδιπλώνεται μέσα στις λέξεις που γεννιούνται στα χείλη μου.

Τρέμει στις άκρες των βλεφάρων μου και ζητάει να κλέψει ζωή από την ζωή μου… γουργουρίζει.. κλαίει…ζητάει..

Αυτή η μοναξιά των οκτώ παρά τέταρτο, βραδάκι Σαββάτου, ζητάει να σταθεί μπροστά στις μοναξιές των άλλων κ να φτύσει πάνω στα μούτρα τους την εγκατάλειψη που νιώθει.

Είναι σκληρή και δεν θέλει χάδια..

Είναι πεισματάρα και δεν θέλει παρηγοριές..

Αυτή η μοναξιά ερημώνει την πόλη και γκρεμίζει όλες τις γέφυρες, αδειάζει τους δρόμους και διώχνει όλα τα γέλια μακριά..

Αυτή η μοναξιά της αρέσει να επαναλαμβάνεται και να με οδηγεί στις βαθιές της συχνότητες..

Αυτή η μοναξιά με κάνει ότι θέλει.. είναι σκληρή .. σιωπηλή.. σκληρά σιωπηλή ή σιωπηλά σκληρή..

Ξαπλώνει στους καναπέδες, ακούει μουσική… κάθεται στον υπολογιστή, πληκτρολογεί λέξεις με θυμό, με αγάπη, με περιέργεια, με ανία..

Αυτή η μοναξιά βαριέται.. παίζει με το τηλεκοντρόλ, μιλάει για λίγο στο τηλέφωνο.. μπαινοβγαίνει στα δωμάτια.. ξεφλουδίζει μανταρίνια.. παρακολουθεί ειδήσεις.. κοιτάζει έξω απ το παράθυρο.. φτιάχνει καφέ,καπνίζει ..ξεφυλλίζει βιβλία.. κλέβει στιγμές.. ψάχνει ουσία.. κοιτιέται στον καθρέφτη..

Αυτή η μοναξιά σε ζητάει, σε διώχνει, σου κρύβεται..


Κι αυτό το τικ τακ του ρολογιού....



Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Γλυκοχάραμα ο λέξεις .. σήμερα κυλάνε από μέσα μου σαν υδράργυρος.. απαλά… γλυκά… αβίαστα.. κάνω να τις πιάσω μα δεν μπορώ.. γλιστράνε στο άγγιγμα μου .. με περιγελούνε μα είναι τόσο γλυκές.. τόσο γλυκές.. σαν όπιο που κυλά μέσα στις φλέβες μου..

Σαν ηδονή ένοχη που αγιάζει το ερημωμένο μου κορμί ..

Σαν οιωνός βγαίνει ο ήλιος λουσμένος απο τα χρώματα ενός ουράνιου τόξου .. κοίτα!..βγαίνει επιτέλους να ζεστάνει την καρδιά μου..

Αρχίζουν οι αχτίδες του να έχουν την δική σου θαλπωρή και το άγγιγμα του στο δέρμα μου αρχίζει να μοιάζει με το δικό σου...

Γλυκαίνει η ψυχή.. δεν φοβάμαι πια.. κοίτα τις πληγές μου πως γίναν πολύχρωμες..

Βρήκα μια γωνιά μέσα στο «τίποτα».. η νύχτα μου ψυθίρισε πως ήταν για σένα και δεν μ άφησε να ξαπλώσω εκεί..

Σου έστρωσα στρωσίδια μαλακά και φρεσκοπλυμένα γιατί σ αγαπώ.. έβαλα κλαδάκια Αρτεμισίας κάτω από το λευκό σου μαξιλάρι και έρανα το σκέπασμα σου με σταγόνες από τριαντάφυλλα που τα μάγεψε το βλέμμα ενός αυγουστιάτικου φεγγαριού..

Πήρα ένα μικρό αστέρι φορτωμένο μ ευχές και το έκρυψα κι αυτό εκεί για να φωτίζει την ουσία σου.. να μην χαθείς μέσα στο γλυκό σκοτάδι.. να μην ξεχαστείς από το αιώνιο..

Θα κλείσω ήσυχα την πόρτα…


Σσσς…. Κοιμήσου ψυχή αγαπημένη….κοιμήσου….