Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Ήταν τα δέντρα που σκέπαζαν με τα φύλλα τους τα ξεχασμένα μονοπάτια.. ήταν τα πουλιά που δεν τα ένοιαζε η μοναξιά των ανθρώπων, ήταν τα δάκρυα που γέμιζαν τα ποτάμια κ τα έκαναν χείμαρρους ορμητικούς που δεν στεκόταν ποτέ να ξαποστάσουν την πίκρα τους σε ήσυχες λιμνούλες...

Ήταν κι εκείνα τα αμέτρητα σκοτεινά μπαλκόνια μέσα στο σούρουπο της πόλης –πόρτες σε ένοχες ζωές- που έκαναν τους ανθρώπους να μοιάζουν σκιές που κρυφοκοιτάζουν την ζωή πίσω από βαριές κουρτίνες..
Κι έτσι εγώ, γίνομαι εγώ.. εσύ γίνεσαι εσύ και ξεχνάμε πώς εγώ κι εσύ να γίνουμε εμείς.. αντιστέκομαι..
Περπατώ.. περπατώ… αγγίζω με την άκρη των δαχτύλων μου πότε μεταξένια μαλακά υφάσματα, πότε κουρέλια γεμάτα ξέφτια που άνθρωποι ρίχνουν στο διάβα μου.. αντιστέκομαι..
Κάνω τις μουσικές κουβέρτα και σκεπάζω τους φόβους μου ..
Κάνω τις λέξεις βάλσαμο γλυκό και ποτίζω τον παιδεμό μου..
Κάνω τις μουσικές συνοδοιπόρους.. και τις λέξεις ταξίδι..
Στέκομαι σε άδεια προαύλια σχολείων και σε ερημωμένα πάρκα..
Δεν ψάχνω τίποτα.. μα περιμένω τα πάντα..
Μέσα από τα σκοτάδια της ψυχής μου να ξεπροβάλουν θαύματα και ήλιοι γεμάτοι φωτιά να μου δώσουν να νιώσω.. να νιώσω.. να νιώσω….