Τα βλέφαρα σκοτεινιάζουν στην άκρη της σκέψης Είναι το βάρος από την ενοχή του αδιέξοδου Η πίεση στους κροτάφους της λογικής Λογοδοτείς στην εσωτερική φωνή που καλεί για βοήθεια Δύο οι επιλογές και δύο οι λύσεις Μία να την πνίξεις και μια να της απλώσεις χείρα. Με ποιους όρους με αγάπησες; Τι πόθησες πιο πολύ απ' την ζωή μου; Ποιον καθρέφτη σου έσπασες πάνω μου; Διανέμεται ανδρείκελο ασφαλείας, ξεσπάστε πάνω του. Κουφάρι ανοχής να τραγουδά τον καημό σας Ηδονική αναπαράσταση γυναικείου κορμιού Αυτόχειρες συνείδησης μετατράπηκαν σε ψυχές Ψιθύρισαν παραμύθια για πίστη και ελπίδα. Το ψέμα ήταν απλά χρηστικό - Αλήθεια μου μ' ακούς;
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009
Αν τον αγάπησε?...Δεν ξέρει.. Δεν πρόλαβε να μάθει.. Ψέμματα. Πρόλαβε. Μέσα στα μάτια του είδε μια ανατολή κ ένα ηλιοβασίλεμα μαζί. Ενα μεγάλο φωτεινό ήλιο είδε κ ένα φεγγάρι μαγικό, ολόγιομο. Όταν έβλεπε τον ήλιο, γινόταν κάμπος την Άνοιξη που γέμιζε πολύχρωμα μπουμπούκια... Σαν έβλεπε το φεγγάρι γινόταν θάλασσα κ καθρέφτιζε τις ασημί λάμψεις του πάνω στα σκοτεινά νερά της. Γινόταν κυμμα απαλό κ ήξερε πως έβλεπε παραπάνω απ όσα το φεγγάρι της ήθελε να της δείξει, ένιωθε όσα εκείνο έκρυβε μέσα στην νύχτα του κ πίσω απο τ αστέρια. Κ όλα γινόταν τραγουδάκι που γυρόφερνε μέσα της κ δεν είχε απο που να ξεχυθεί.. κ όλο το σιγοτραγουδούσε.. κ όλο το κανάκευε στην αγκαλιά της σαν μωρό που την κοίταζε στα μάτια κ με τα μικρά του χέρια της χάιδευε τα χείλη γεμάτο αγάπη... γεμάτο ανάγκη..
Ωρες ωρες το 'πιανε το πείσμα του κ αντί για μελωδία απαλή κ χάδια στα χείλη, γεμάτο θυμό έμπηγε τα νύχια του στο δέρμα της μέχρι να την ματώσει, ανακάτευε τις νότες του μέχρι οι στριγγοί του ήχοι να την τρελάνουν... παιδί.. κακομαθημένο παιδί- χορτασμένο χάδια- δεν έμαθε να σεβεται ούτε εκατοστο απο τον χώρο της ψυχής της.. Και τοτε της έλειπε.. της έλειπε.. ως και τα ροδάκινα πικρά της φαινόταν..μερικές φορές ίσα ίσα που άντεχε..
Μετά σαν την έβλεπε να γονατίζει .. να το κοιτάει με τα παιδικά της μάτια που μοιάζανε φουσκοθαλασσια.. σαν να την λυπόταν..σαν να θυμόταν πόσο την αγαπούσε, σαν να το 'πιανε φόβος, ημέρευε πάλι κ της χαμογελούσε για να τις δώσει αντοχές , να μην το αφήσει μονάχο του κ φύγει...
Ετσι τον κρατούσε μέσα της.. Σαν τραγουδάκι.. σαν μονοπάτι...σαν ανάγκη.. σαν γκρεμό...
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
Πόσα βιολιά μπορείς να ακούς μέσα στην σιωπή? Τι ήχο έχουν? Σαν τι ακούγονται? Σαν όνειρα? Σαν τέλος? Σαν αρχή? Κ όλες αυτές οι σκέψεις που σου γεννιούνται τι αίσθηση έχουν? Σε κάνουν να φοβάσαι? Τι χρώμα έχει η ψυχή σου όταν κοιτάς την θάλασσα? Ξέρω.. σε κάνουν να φοβάσαι...
Γεια.. Πόσος καιρός.. πολύς.. Μπορει κ όχι. Μια στιγμή ήταν μόνο. Μια στιγμή που μέσα της παραλίγο να ξεχάσω κ εμένα την ίδια. ήρθα όμως, ξαναγύρισα..δεν ξέρω για πόσο μην ρωτάς. Σαν να πονάει αυτή η επιστροφή. Όταν φεύγω απο κάπου, την ίδια στιγμή επιστρέφω κάπου αλλού.. πεθύμισα όμως να μην είμαι πουθενά για λίγο..
Κορμί ξαπλωμένο, ξαποσταίνει τους πόθους κ τα πάθη μου προσμένοντας δυο χέρια – τα χέρια σου-ν αφήσουν τα χνάρια τους επάνω στο ζεστό μου δέρμα.
Κορμί μόνο κι έρημο ξαπλώνει την ερωτική μου υπόσταση στα λευκά πλακάκια του μπάνιου και με το βλέμμα αφημένο στο κενό υπνωτίζεται από τον ήχο που κάνει το νερό ενώ πέφτει σταγόνες από την βρύση…τικ.. τακ…τικ.. τακ…σαν το ρολόι που μετρά τα δευτερόλεπτα της ζωής μου που εξατμίζεται και γίνεται ατμός ζεστός.. ανεβαίνει ψηλά, κάνει κύκλους, στροβιλίζεται και κολλάει πάνω στον καθρέφτη μου.. θα γράψω με το δάχτυλο το όνομα μου πάνω του για να υπογραμμίσω την απουσία της αμφισβητούμενης ύπαρξης μου και μέσα από τα γράμματα θα αχνοκοιτάξω την ψυχή μου. Μια ψυχή που φλέγεται και σπαρταράει χρόνια τώρα ανάμεσα στο ιερό και στο χυδαίο αναζητώντας τον δρόμο μιας λυτρωτικής απόδρασης..
Εσύ, αλήθεια και ψέμα,
πιο πάνω από το όλο μου, πιο πέρα από το τίποτα μου.
Έλα…
Δική σου και ξένη.
Εγώ
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Κι αν πάλι σώθηκε το νερό στις χούφτες μας, δεν πειράζει. Όσο γεμίζουν οι ουρανοί αστέρια, υπάρχει ελπίδα. Μα τώρα δα πού οι μέρες μας τραβάνε προς το Νότο, φώλιασε ένα σκιαγμένο περιστέρι μες της ψυχής τα δάχτυλα. Πώς να το διώξω;
Τώρα που η σκέψη σου σύρθηκε στους στίχους μου κ τα μικρά μου ποιήματα μίλησαν για τα όνομα σου,τώρα που οι ψυχές μας συγκρούστηκαν τυχαία στην σιωπή μιας ανάποδης στροφής και ένιωσα στα χείλη μου το ζεστό αίμα που έτρεχε από τις ανοιχτές πληγές σου.. τώρα μην στέκεσαι απέναντι μου κ με κοιτάς με βλέμμα θυμωμένο.. δεν έχω που.. δεν έχω πως ν απλώσω τα χέρια κ να πιάσω τα δικά σου.. Μια μικρή κάμπια είμαι μόνο που πολεμά να σκαρφαλώσει τα συρματοπλέγματα σου....
Κοιμήσου τώρα.. θυμήσου αργότερα μέσα σε κάποιο όνειρο να με φωνάξεις ..θα έρθω να σε βρω .. όλα θα είναι έτοιμα για μια ακόμη μυστική φυγή. Θα πλέξουμε τα χέρια και θα σκορπάμε τα φιλιά μας σ ένα άνεμο που θα καίει πάνω από την θάλασσα.. κ τα γέλια μας θα ναι γέλια μικρών παιδιών.. και τα λόγια μας θα είναι ψιθυριστά γιατί μόνο γι αγάπη θα μιλάνε.. κοιμήσου τώρα..
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
Περιμένω τα θαύματα.. τα χιόνι έλιωσε, εμείς ανταλλάξαμε τις τελευταίες κουβέντες μας, με ευχαρίστησες ευγενικά για το τραγούδι που σου έστειλα – τι χαζό να με ευχαριστείς για κάτι τέτοιο- κ με ενημέρωσες ακόμη πιο ευγενικά για τα τελευταία νέα της ζωής σου, που με άφησαν λίγο αδιάφορη πρέπει να παραδεχτώ..
Επαναλαμβανόμενο μοτίβο τα πρωινά μου.. δεν είναι έτσι από μόνα τους, εγώ τα κάνω έτσι.. μου αρέσει μάλλον.
Χαζεύω τα σκυλιά μου που από ένα έγιναν ξαφνικά δύο χωρίς να το πολυσκεφτώ. Το σπίτι ήσυχο.Μόνο ο ήχος των πλήκτρων. Η γειτονιά ήσυχη. Ο κόσμος ήσυχος.Η σκέψη άδεια λες και ξαφνικά αρνείται για κάποιον λόγο να εμβαθύνει στα πράγματα. Όλα τα «γιατί» του κόσμου και όλα τα «επειδή» τόσο μικρά.. μικρά σαν καρφίτσες μυτερές, μικρά σαν κομματάκια γυαλιού, σαν ασήμαντες σταγόνες από κάποιο δηλητήριο που δεν μπορούν να με βλάψουν. Τόσο μικρά που δεν μπορούν να με απασχολήσουν, που αδυνατούν να με σκοτώσουν μα με ενοχλούν τόσο όσο χρειάζεται για να μην μπορώ να στρογγυλοκαθίσω στην ροζ μου βόλεψη. Νιώθω σαν στρατιώτης που περιμένει.. Περιμένω το κύμα, την σπίθα, το ερέθισμα, την πρόκληση.. Περιμένω
τον συναγερμό, την κραυγή του πολέμου στα βλέμματα, να λάμψουν οι λεπίδες των
σπαθιών κάτω από τον ήλιο, να χυθεί το αίμα ζεστό απ τις ψυχές, να εξεγερθούν οι
αισθήσεις και δυο κορμιά σε μια μάχη σώμα με σώμα χωρίς νικητές, χωρίς
νικημένους. Σ ένα πεδίο μάχης γεμάτο νάρκες, κυκλωμένο από ηλεκτροφόρα
καλώδια που θα περιμένουν αυτόν που θα τα καταφέρει πρώτος να σηκώσει το
ματωμένο του σπαθί να τα κάνει χίλια κομμάτια για να
φύγει τρέχοντας προς την σωτηρία του.. ώσπου η δίψα κ η ανάγκη του για αίμα τον ξαναφέρει εκεί..
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Χιονίζει.. προσπαθώ να βρω το παιδί που κρύβω μέσα μου, μα δεν το βρίσκω πουθενά. Λες κ το πήρες από το χέρι κ το έκρυψες κάπου μακριά. Στέφθηκες και απαγωγέας τώρα. Μετρώ τα βήματα μου πάνω στο χιονισμένο δρόμο μπροστά από το σπίτι μου.. αυτός ο ήχος όταν πατάς πάνω στο χιόνι.. πόση σιωπή.. πόση σιωπή.. λες και όλα είναι μέσα μου λευκά αυτήν την στιγμή που χτυπώ στα πλήκτρα τα δάχτυλα μου. Το χιόνι καλύπτει με την σιωπή του την ψυχή μου.. πόση σιωπή.. Ίσως πίσω από τα δέντρα βρω το παιδί που ψάχνω.. μπορεί να κρυώνει.. μπορεί να νιώθει μόνο σαν κι εμένα.. Έχω τόσα να πω μα νιώθω σαν να μην έχω τίποτα να πω.. με τρελαίνει αυτό.. πόση σιωπή..
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008
Δεν έχω νέα....
Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008
Αυτή η μοναξιά δεν είναι σαν τις άλλες.. αυτή έχει χρώμα κόκκινο βαθύ αιμάτινο, έχει φωνή, ψιθυρίζει μονότονα κ εκνευριστικά.
Αναδιπλώνεται μέσα στις λέξεις που γεννιούνται στα χείλη μου.
Τρέμει στις άκρες των βλεφάρων μου και ζητάει να κλέψει ζωή από την ζωή μου… γουργουρίζει.. κλαίει…ζητάει..
Αυτή η μοναξιά των οκτώ παρά τέταρτο, βραδάκι Σαββάτου, ζητάει να σταθεί μπροστά στις μοναξιές των άλλων κ να φτύσει πάνω στα μούτρα τους την εγκατάλειψη που νιώθει.
Είναι σκληρή και δεν θέλει χάδια..
Είναι πεισματάρα και δεν θέλει παρηγοριές..
Αυτή η μοναξιά ερημώνει την πόλη και γκρεμίζει όλες τις γέφυρες, αδειάζει τους δρόμους και διώχνει όλα τα γέλια μακριά..
Αυτή η μοναξιά της αρέσει να επαναλαμβάνεται και να με οδηγεί στις βαθιές της συχνότητες..
Αυτή η μοναξιά με κάνει ότι θέλει.. είναι σκληρή .. σιωπηλή.. σκληρά σιωπηλή ή σιωπηλά σκληρή..
Ξαπλώνει στους καναπέδες, ακούει μουσική… κάθεται στον υπολογιστή, πληκτρολογεί λέξεις με θυμό, με αγάπη, με περιέργεια, με ανία..
Αυτή η μοναξιά βαριέται.. παίζει με το τηλεκοντρόλ, μιλάει για λίγο στο τηλέφωνο.. μπαινοβγαίνει στα δωμάτια.. ξεφλουδίζει μανταρίνια..παρακολουθεί ειδήσεις.. κοιτάζει έξω απ το παράθυρο.. φτιάχνει καφέ,καπνίζει ..ξεφυλλίζει βιβλία.. κλέβει στιγμές.. ψάχνει ουσία.. κοιτιέται στον καθρέφτη..
Αυτή η μοναξιά σε ζητάει, σε διώχνει, σου κρύβεται..
Κι αυτό το τικ τακ του ρολογιού....
Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008
Γλυκοχάραμα ο λέξεις .. σήμερα κυλάνε από μέσα μου σαν υδράργυρος.. απαλά… γλυκά… αβίαστα.. κάνω να τις πιάσω μα δεν μπορώ.. γλιστράνε στο άγγιγμα μου .. με περιγελούνε μα είναι τόσο γλυκές.. τόσο γλυκές.. σαν όπιο που κυλά μέσα στις φλέβες μου..
Σαν ηδονή ένοχη που αγιάζει το ερημωμένο μου κορμί ..
Σαν οιωνός βγαίνει ο ήλιος λουσμένος απο τα χρώματα ενός ουράνιου τόξου .. κοίτα!..βγαίνει επιτέλους να ζεστάνει την καρδιά μου..
Αρχίζουν οι αχτίδες του να έχουν την δική σου θαλπωρή και το άγγιγμα του στο δέρμα μου αρχίζει να μοιάζει με το δικό σου...
Γλυκαίνει η ψυχή.. δεν φοβάμαι πια.. κοίτα τις πληγές μου πως γίναν πολύχρωμες..
Βρήκα μια γωνιά μέσα στο «τίποτα».. η νύχτα μου ψυθίρισε πως ήταν για σένα και δεν μ άφησε να ξαπλώσω εκεί..
Σου έστρωσα στρωσίδια μαλακά και φρεσκοπλυμένα γιατί σ αγαπώ.. έβαλα κλαδάκια Αρτεμισίας κάτω από το λευκό σου μαξιλάρι και έρανα το σκέπασμα σου με σταγόνες από τριαντάφυλλα που τα μάγεψε το βλέμμα ενός αυγουστιάτικου φεγγαριού..
Πήρα ένα μικρό αστέρι φορτωμένο μ ευχές και το έκρυψα κι αυτό εκεί για να φωτίζει την ουσία σου.. να μην χαθείς μέσα στο γλυκό σκοτάδι.. να μην ξεχαστείς από το αιώνιο..
«Αισθάνομαι πως κάνω κύκλους. Εγώ, όχι η ζωή μου. Ας πούμε πως κατά κάποιο τρόπο προκαλώ την κυκλική ροή των πραγμάτων. Κάπως έτσι. Πως χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι και πάλι στο ίδιο σημείο, όχι όμως γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα, αλλά γιατί μάλλον εγώ τα έφερα έτσι. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται. Το γιατί δεν το ξέρω. Το ψάχνω όμως. Βγήκα στο δρόμο και ψάχνω. Και κάνει σκοτάδι εκεί έξω, κι είναι οι λάμπες λιγοστές. Και κάνει κι ανασφάλεια και φόβο κι άλλα πολλά. Και σε κάθε στροφή ξεφυτρώνει κι ένα ακόμη ερωτηματικό για να κάνει τον δρόμο ακόμη πιο δύσκολο. Δίχως χάρτες και πυξίδα, δίχως κανέναν για οδηγό. Ξέρω πως τον δρόμο αυτό μόνος μου πρέπει να τον περπατήσω, μόνος μου να βρω την άκρη. Για να βγω από τον κύκλο πρέπει πρώτα να μάθω. Ό,τι χρειάζεται να μάθω. Ό,τι είναι αυτό που με φέρνει πάντα πίσω στο ίδιο σημείο..»
Ήταν τα δέντρα που σκέπαζαν με τα φύλλα τους τα ξεχασμένα μονοπάτια.. ήταν τα πουλιά που δεν τα ένοιαζε η μοναξιά των ανθρώπων, ήταν τα δάκρυα που γέμιζαν τα ποτάμια κ τα έκαναν χείμαρρους ορμητικούς που δεν στεκόταν ποτέ να ξαποστάσουν την πίκρα τους σε ήσυχες λιμνούλες...
Ήταν κι εκείνα τα αμέτρητα σκοτεινά μπαλκόνια μέσα στο σούρουπο της πόλης –πόρτες σε ένοχες ζωές- που έκαναν τους ανθρώπους να μοιάζουν σκιές που κρυφοκοιτάζουν την ζωή πίσω από βαριές κουρτίνες..
Κι έτσι εγώ, γίνομαι εγώ.. εσύ γίνεσαι εσύ και ξεχνάμε πώς εγώ κι εσύ να γίνουμε εμείς.. αντιστέκομαι..
Περπατώ.. περπατώ… αγγίζω με την άκρη των δαχτύλων μου πότε μεταξένια μαλακά υφάσματα, πότε κουρέλια γεμάτα ξέφτια που άνθρωποι ρίχνουν στο διάβα μου.. αντιστέκομαι..
Κάνω τις μουσικές κουβέρτα και σκεπάζω τους φόβους μου ..
Κάνω τις λέξεις βάλσαμο γλυκό και ποτίζω τον παιδεμό μου..
Κάνω τις μουσικές συνοδοιπόρους.. και τις λέξεις ταξίδι..
Στέκομαι σε άδεια προαύλια σχολείων και σε ερημωμένα πάρκα..
Δεν ψάχνω τίποτα.. μα περιμένω τα πάντα..
Μέσα από τα σκοτάδια της ψυχής μου να ξεπροβάλουν θαύματα και ήλιοι γεμάτοι φωτιά να μου δώσουν να νιώσω.. να νιώσω.. να νιώσω….